Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

Οι περίπατοι του Σολωμού





Οι φυσικές ομορφιές της Ζακύνθου δεν άφησαν ασυγκίνητο τον Εθνικό μας Ποιητή.
Καταγράφηκαν και συμπεριελήφθησαν στην ποιητική του δημιουργία, είτε με αναφορές συγκεκριμένες, είτε και σαν περιβάλλων χώρος αναγκαίος για να αποτελέσει τον καμβά του έργου του.
Βέβαιο είναι ότι ο Ποιητής περιδιάβαινε στους χώρους και εισέπραττε τις όποιες επιρροές των Ζακυνθινών τοπίων «όπου δεν έλειψε ποτέ λουλούδι και πουλάκι», και οι φωτοσκιάσεις, και τα λογής–λογής χρώματα του έδιναν ποικίλα ερεθίσματα για ιδέες και σκέψεις σε συνδυασμό βέβαια και με την κοινωνικοπολιτική κατάσταση που επικρατούσε τότε.
Είχε ιδιαίτερα αναπτυγμένη φυσιολατρική συνείδηση και θεωρούσε τον άνθρωπο δεμένο με τη Φύση.
Το βουνό Σκοπός, με την παράξενη Τούρλα του, το προάστιο Αργάσι, το ακρωτήρι του Νταβία, ο Λόφος Στράνη, το προάστιο Μπόχαλη, το Κάστρο, το Καλλητέρο, η Θάλασσα, τα ρεπάρα, οι ακρογιαλιές, οι βαρκάδες με τους φίλους, η Φανερωμένη, ο Ναός της Αγίας Τριάδας, αποτέλεσαν τα αίτια και τις αφορμές για να αποθανατιστούν από την πένα του.
Ας ανατρέξουμε στα πιο χαρακτηριστικά ποιήματα και πεζά του ποιητή.
Ας δούμε πώς αναφέρεται στην ανάδυση του νησιού της Ζακύνθου από τη θάλασσα στο ιταλόγλωσσο σονέτο «L’ ISOLA DEL ZANTE»

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ
Χαμογέλασε η Φύση, και να, προβάλλει η Ζάκυθο
απ’ την όμορφη αγκάλη των κυμάτων, να με στεφάνια
από μυρτιές στην κόμη κατεβαίνουν αιθέρια πνεύματα,
που ξέφυγαν απ’ τον κεστό της Αφροδίτης.

Την κάθε της γωνιά θαρρείς τη ζώνει η ομορφιά, γιατί
μ’ εκείνο τ’ όμορφο χαμόγελο δεν πρόβαλαν εδώ μαύ-
ρες και τραχιές ράχες, ως τα βράχια έχουν τ’ από-
γκρεμά τους στολισμένα με χορτάρι.

Γείρανε τα λαγκάδια, ψηλώσαν το κεφάλι τα βουνά,
και σε στρώμα από τριαντάφυλλα κι αμάραντους,
μουρμουριστά κυλούσαν τα νερά τους οι πηγές.

Στερνά πρόβαλε ο Έλατος, για να μπορεί το μάτι
από ψηλά, αγναντεύοντας πέρα του κάμπου τον μαντύα,
να βλέπει τι μπορεί και κάνει η Φύση.

Το Σκοπό ή Έλατο τον αναφέρει, και στο στιχούργημα «Η Ωδή εις τη Σελήνη» και στο «Ο Έπαινος του λόφου του Σκοπού». Το ίδιο βουνό ανιχνεύουμε, στο ποίημα «Η Αγνώριστη».
Ο κόλπος του Αργασίου ανιχνεύεται… στο επίγραμμα «Η Γαλήνη».
Ο Λόφος Στράνη και η Μπόχαλη συνδέονται με τον «Ύμνο εις την Ελευθερία», τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», και τη «Γυναίκα της Ζάκυθος».
Ο Άγιος Λύπιος εις τον Καλλητέρο, αποτελεί το έναυσμα του σκηνικού για τη «Γυναίκα της Ζάκυθος».
Το ακρωτήρι του Νταβία, αναφέρεται στο Ιταλόγλωσσο στιχούργημα, «Για μια βρύση πάνω από τη θάλασσα στου Νταβία», και στο άλλο επίσης Ιταλόγλωσσο στιχούργημα, «Για ένα χαριτωμένο μέρος, πάλι στου Νταβία, όπου παιδί πήγαινε ο Ποιητής».
Ο ναός της Φανερωμένης, στο σατιρικό το «Όνειρο».
Ο ναός της Αγίας Τριάδας, στο σονέτο «Στον Ευγ. Κυρ. Ιππότη Παύλο κόντε Μερκάτη φίλο του Ποιητή», που γράφτηκε όταν μια ημέρα βολτάριζαν μαζί στην περιοχή.
Αλλά και σε άλλα ποιήματά του, ιδιαίτερα στα ιταλόγλωσσα σονέτα του, καταγράφονται εικόνες που ο Ποιητής είχε αντικρίσει στους περιπάτους του.
Ακόμα δεν πρέπει να διαφεύγει ότι δεχόταν επιρροές και από την κοινωνικοπολιτική δραστηριότητά του, τους αγώνες των αγωνιστών, τις συναναστροφές, τους εκκλησιασμούς, τις πανηγύρεις και την ενημέρωσή του από τον τύπο της εποχής.
Αλλά και τα πολυάριθμα βιβλία, που αφομοίωσε σαν σπουδαστής και στη συνέχεια σα μελετητής της γλώσσας και των ιδεών των Αρχαίων Ελλήνων, των Λατίνων ποιητών, των Ευρωπαίων κλασικών, αλλά και των δημοτικών τραγουδιών μας.
Ακόμα επιρροές εντοπίζονται από τα επικά κρητικά μυθιστορήματα, τα θρησκευτικά δράματα και τα ελεγειακά ποιήματα, την Αγία Γραφή, τους πατέρες της εκκλησίας, την εκκλησιαστική υμνολογία και τη μυθολογία τους προ της Επανάστασης Ποιητές.

Τι σήμερα έχει μείνει όμως από τους τόπους όπου περπάτησε ο Ποιητής;
Τι εικόνα παρουσιάζει ο Σκοπός για τον οποίο έγραψε: «…Εδώ σου ανοίγονται της φύσης όλες οι ομορφιές, έτσι που ξαστοχάω ακόμα και τα Ηλύσια εγώ ο Πλίνιος. Τόση στα μάτια μου έχει αξία για την ομορφιά της». Ενθουσιασμένος ο Σολωμός από τη δύναμη της Φύσης μας λέει ότι δεν μπορεί να συγκριθεί το τοπίο ούτε με τα «Ηλύσια πεδία της Αθανασίας». Τόση ομορφιά επικρατεί εδώ.
Και σήμερα αλήθεια τι; Τι μας θυμίζει το Σκοπό και την ιστορία του; Δυστυχώς η εικόνα του έχει αλλοιωθεί καταστροφικά. Δυστυχώς δεν υπάρχει ρεμέντιο για το πολυτραγουδισμένο βουνό, σημείο αναφοράς και άλλων, νεώτερων του Σολωμού δημιουργών.
Ας κοιτάξουμε το Αργάσι. Τι να πούμε για το αλλοτινό όμορφο προάστιο, προσφιλέστατο περίπατο αμέτρητων, παλαιότερα, Ζακυνθινών;
Τι έχει απομείνει σήμερα; Μέχρι και η σπιάντσα του έχει καταπατηθεί. Το κτήμα του Δομενεγίνη έχει αλλοτριωθεί, ο ιστορικός Πύργος του Αναδαλή, το Διαλόσπιτο των Φιλικών, καρικατούρα αναπαλαίωσης και μνημείο εγκατάλειψης. Η παρακείμενη του πύργου βρύση, «Η βρύση πάνω από τη θάλασσα του Νταβία», βουβή, χωρίς νερό και ασφυκτικά καταπλακωμένη από κατασκευές με μπετό. Αν επιμείνεις και την αναζητήσεις, θα εντοπίσεις την καλοδουλεμένη πέτρινη κατασκευή και θα πληγωθείς από την αδιαφορία που επικρατεί. Αν βρισκόταν σε κάποια άλλη επικράτεια που οι πολίτες της έχουν μυαλό και σέβονται την ιστορία τους, σίγουρα θα την είχαν αποκαταστήσει και προβάλλει ανάλογα.
Ο Γρηγόρης Ξενόπουλος στο μυθιστόρημά του «Ρηγγίνα Λέζα», βάζει το Σολωμό να επισκέπτεται με τον Τζώρτζη Δρόγγα μια νύχτα, τον Πύργο και πλησιάζοντας να συνομιλούν. «… «Έχει κόσμο» θάλεγες πάντα … Ά, τι κόσμο! Και με ποίο σκοπό!… Τζώρτζη, απ’ αυτό το ερημικό, το παραθαλάσσιο ζακυθινό σπίτι βγήκε η ελληνική Ελευθερία! Εδώ – μέσα γεννήθηκε η Επανάσταση! …Πίσω από τα φωτισμένα εκείνα παραθύρια, μαζεύουνταν μυστικά και τα σχεδίαζαν οι αρχηγοί… Εδώ έφταναν καθεμέρα απ’ το Μοριά, από τη Ρούμελη, απ’ τα Νησιά… Πολλές φορές ξεμπαρκάρουνται εδώ κρυφά, και πάλι μπαρκάρουνται από εδώ… Και ποιος δεν ήρθε από κείνους που ακούγονται σήμερα και δοξάζουνται για τα κατορθώματά τους, στη στεριά και στη θάλασσα!… Ήταν το στρατηγείο του μεγάλου Κολοκοτρώνη! Και του Πετιμεζά, και του Νικηταρά, και του Αναγνωσταρά και άλλων… Η ψυχή, η καρδιά της Ελλάδας όλης, εκεί μέσα!… Αν η Ζάκυθο δεν τύχαινε λεύτερη από Τούρκους, κι’ οι Ζακυθινοί δεν ήταν τόσο θερμοί πατριώτες, ίσως, θ’ αργούσε ακόμα να σημάνει η ώρα του αγώνα. Μα ο αγώνας δεν τελείωσε ακόμα, μόλις έχει αρχίσει. Και το ευλογημένο αυτό σπίτι εξακολουθεί να κάνει ό,τι έκανε, όταν ήταν εδώ κι’ ο Κολοκοτρώνης…».
Αν ήταν δυνατόν ταξιδεύοντας στο χρόνο, να βρεθούμε στον Λόφο του Στράνη αγαπημένο μέρος στοχασμού και δημιουργίας του, εκείνη την εποχή, ίσως και να βλέπαμε τον εικοσιτριάχρονο Σολωμό, όπως τον φαντάστηκε ο Γρηγόρης Ξενόπουλος, «... ντυμένο πολύ σοβαρά για νέο με μαύρα ρούχα, άσπρη τραχηλιά, άσπρη γραβάτα, άσπρα γάντια, κανένα χτυπητό χρώμα, κανένα φανταχτερό στολίδι και τ’ ωραίο του πρόσωπο έδειχνε μια πρώιμη ωριμότητα κι’ εμβρίθεια. Τα μάτια του προπάντων – τόσο σκούρα γαλανά ώστε να φαίνονται μαύρα – και το μεγάλο του μέτωπο, όπου τ’ ανασηκωμένα μαλλιά, κι’ αυτά τόσο σκούρα καστανά ώστε να φαίνονται μαύρα, έδιναν στη φυσιογνωμία του την πνευματική εκείνη έκφραση που τον ξεχώριζε απ’ όλους τους νέους της τάξης του στο τόπο. Από το σύνολό του αναδινόταν μια μεγάλη ευγένεια. Μα κι’ αυστηρότητα, χρηστότητα και καλοσύνη».
Το Λόφο τραγούδησε μεταγενέστερα ο Κωστής Παλαμάς στο ποίημα «Ζάκυνθος», που αφιέρωσε το 1927, στη Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου:
«… Από ένα ψήλωμα – ξεχάνω τ’ όνομά του πιά –
σα χώρα επαγγελτή ξαγνάντεψα την εξοχή της,
του πράσινου μεθύσι και χαροκοπιά,
μόσκος τ’ αγέρι της και μόσκος και η πνοή της».
Πώς τον έχουμε καταντήσει σήμερα; Κάποτε είχα αναρωτηθεί πως αν τον έβλεπε έτσι ο Ποιητής δεν θα ξαναπερνούσε από εκεί. Ποιος να μας το πει όμως;
Η Μπόχαλη, το πανέμορφο προάστιο, με τις διάχυτες ευωδιές από τους λεμονανθούς, τα νερατζάνθια, τις μεσπολιές και τα ολόμπλαβα γιούλια, που καλλιεργούσαν και πούλαγαν σε ματζέτα, όπως και τα ευωδιαστά τζατζαμίνια που τα πούλαγαν σε κιόκιες. Μπαλκόνι, απ’ όπου το μάτι απλώνεται ερευνητικά κοιτάζοντας στεριές και θάλασσες. Εκεί που ο Γρηγόρης Ξενόπουλος βάζει τον Ποιητή να ζει τον έρωτα με τη Ρηγγίνα Λέζα, και να επεξεργάζεται στιχουργώντας τον Ύμνο, στο ομώνυμο μυθιστόρημά του, και στο οποίο σκιαγραφεί ζωντανά και παραστατικά την εποχή και τους ανθρώπους που κινήθηκαν γύρω από το Διονύσιο Σολωμό.
Πόσο όμως και αυτή έχει κακοποιηθεί από τους σημερινούς νεοζακυνθινούς;
Ο Άγιος Λύπιος στο Καλλητέρο, ένα άλλο μαγευτικό και μυστηριακό τοπίο, καταφύγιο του ευαίσθητου ποιητή, ικανό να τον εμπνεύσει στη συγγραφή της Γυναίκας της Ζάκυθος, το πεζογράφημα που περιλαμβάνει τα πολλά και σημαντικά που ορίζουν τη ζωή και τις αλήθειες του κόσμου, και που μόνο ο Σολωμός μπορεί και παρουσιάζει τόσο παραστατικά με τα κείμενά του, και που το χαρακτηρίζει ο ρεαλισμός, η σάτιρα, το δίκαιο και η ηθική.
Τι έμεινε σήμερα για μας από το τοπίο; Αλλά και από το πανηγύρι της Κυριακής του Θωμά με τα ψητά αρνιά, τα παστέλια, τις φριτούρες και τα ταμπουρλονιάκαρα; Και τους Ζακυνθινούς που κάθονταν παρέες–παρέες κάτω από τις αιωνόβιες ελιές, να φιρίρουν κόκκινα βαμμένα αυγά, να τρώνε χοιρομέρι και κρέας από τα ψητά αρνιά, και να πίνουν γλυκόπιοτη βερντέα σιγοτραγουδώντας, και επιστρέφοντας για τα σπίτια τους να παίρνουν φαουλάρικα λεμόνια από το Μετόχι του Αγίου;
Ο ναός της Παναγίας της Φανερωμένης σήμερα είναι η μοναδική προσπάθεια ζωντανέματος και ανακατασκευής ναού στην ίδια περιοχή όπου και ο προσεισμικός και κατ’ επέκταση πανομοιότυπος με εκείνον στα χρόνια του Σολωμού.
Ο ναός της Αγίας Τριάδας τελείως όμως διαφορετικός αλλά και σε άλλο χώρο, δεν έχει κάτι που να τον συνδέει εξωτερικά τουλάχιστο με όσα καταγράφει ο Σολωμός στο σονέτο του για τον Παύλο κόντε Μερκάτη στην αναζήτηση της συζήτησης που αναμένει να κάνει με το φίλο του. Γιατί σήμερα δεν υπάρχει ο
«Ανάλαφρος ψιθυρισμός τρυφερής χλωρασιάς, που σκε-
πάζει τους τοίχους του όμορφου ναού, και του ρυακιού
μουρμούρισμα, που κυλά ψηλάθε απ’ τη ραχούλα και τη
δροσίζει, …», όπως στιχούργησε τότε.
Τι όμως μένει σήμερα να κάνουμε;
Πώς αξιολογούμε τον τόπο μας, τις φυσικές του ομορφιές, το περιβάλλον, που η τύχη μας έδωσε τη δυνατότητα να ζήσουμε;
Τι θ’ αφήσουμε σ’ όλους όσους θ’ ακολουθήσουν;
Αξίζει να αξιολογήσουμε τα έχεια μας μετρώντας τα τετραγωνικά των οικοδομών, απαριθμώντας πισίνες, ακριβά τροχοφόρα, ταχύπλοα φουσκωτά;
Να γινόμαστε σκλάβοι του κακώς εννοουμένου ευδαιμονισμού;
Μήπως θα πρέπει να ευαισθητοποιηθούμε ώστε να κρατήσουμε ό,τι ακόμα μπορεί να διασωθεί, και να δώσουμε τη δυνατότητα να βρεθούν οι νέοι ποιητές, οι νέοι λογοτέχνες που θα υμνήσουν την ομορφιά του νησιού μας;


Απρίλης 2006
Γιάννης Δεμέτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: